Ο “εθισμός” των ΗΠΑ με την Τουρκία του Ερντογάν απειλεί το ελληνικό εθνικό συμφέρον

Ραγδαίες είναι οι εξελίξεις στη Συρία, καθώς τη δημοσιότητα έρχεται ανακοίνωση – δήλωση του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάικ Πομπέο, η οποία στηρίζει πλήρως τον τουρκικό κατοχικό στρατό και τις ενέργειές του, για να αποτραπεί ο έλεγχος της περιοχής του Ιντλίμπ από τις δυνάμεις του καθεστώτος του Μπασάρ Αλ Άσαντ, οι οποίες στηρίζονται από τη ρωσική Αεροπορία.

Γράφει ο Ζαχαρίας Μίχας*

Είναι πλέον προφανές, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν το ζήτημα όχι ως μία τοπική διένεξη, αλλά στο πλαίσιο της παγκόσμιας στρατηγικής σκακιέρας και της αντιπαράθεσής της με τη Ρωσική Ομοσπονδία, υπό την ηγεσία του Βλαντιμίρ Πούτιν. Η προσπάθεια των Αμερικανών είναι να δώσει “κίνητρο” στην Τουρκία και με αφορμή τη δραματική επιδείνωση των σχέσεων Άγκυρας και Μόσχας, να επαναφέρει την “άτακτη” Τουρκία που κανείς όμως δεν τιμωρεί, πίσω στο ΝΑΤΟϊκό “μαντρί”.

Πρόκειται για μια εξέλιξη που εμπλέκει δυνητικά τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα και την ίδια την ασφάλεια της χώρας. Εάν αυτή η απόπειρα των ΗΠΑ στεφθεί από επιτυχία, τότε είναι σφόδρα πιθανό η ελληνική κυβέρνηση, ή μάλλον ακριβέστερα οι ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών, θα αντιληφθούν στην πράξη τι σημαίνει το να είναι στην πράξη -ασχέτως ποιοι το δήλωσαν εκ μέρους της χώρας- “προβλέψιμοι” εταίροι.

Δηλαδή, με απλά λόγια, περιορίζει τις δυνατότητες διπλωματικών ελιγμών της χώρας για την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων, αφού η πλευρά των ΗΠΑ θα έχει “εκπαιδευθεί” από την ίδια την Ελλάδα να πιστεύει, ότι εύκολα ή δύσκολα θα αποδεχθεί αυτό που ο περιφερειακός και επίδοξος παγκόσμιος ηγεμόνας θα υπαγορεύσει.

Ένας ηγεμόνας που είναι απολύτως φυσιολογικό, θεμιτό και κατανοητό, να μην έχει ως προτεραιότητα το ελληνικό εθνικό συμφέρον, αλλά το δικό του. Το οποίο με τη σειρά του, σύμφωνα με τη σαφέστατη ανάγνωση της κατάστασης από την πλευρά της Ουάσιγκτον, εξυπηρετείται όχι μόνο από τη διατήρηση της Τουρκίας εντός του ΝΑΤΟ, έναντι οιουδήποτε κόστους, αλλά και της λειτουργικής επαναφοράς της Τουρκίας στο δυτικό στρατόπεδο.

Προς το παρόν, η Ουάσιγκτον ανέχεται σκανδαλωδώς την αντισυμμαχική συμπεριφορά της Άγκυρας, η οποία συναλλάσσεται ευθέως με τη Ρωσία, τον μεγάλο αντίπαλο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. 

Επειδή όμως η Τουρκία έχει προτάξει πέραν πάσης αμφιβολίας την εξυπηρέτηση αυτού που η ίδια θεωρεί δικό της εθνικό συμφέρον, το οποίο είναι εκ διαμέτρου αντίθετο με το ελληνικό, η κατάσταση για την Ελλάδα, διπλωματικά και αμυντικά, είναι σφόδρα πιθανό να εξελιχθεί πολύ αρνητικά.

Στο διπλωματικό επίπεδο, σε περίπτωση διαπραγμάτευσης, αυτό που θα βρίσκεται στο τραπέζι θα είναι αποκλειστικά οι τουρκικές διεκδικήσεις έναντι της Ελλάδας, με αποτέλεσμα στη διαδικασία του πάρε-δώσε τα ανταλλάγματα που θα εξασφαλίσει για να προκύψει οποιαδήποτε συμφωνία, δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά ΑΠΩΛΕΙΕΣ της ελληνικής πλευράς.

Στον αμυντικό τομέα, δεν αποκλείεται εντελώς η επιστροφή των Τούρκων στο πρόγραμμα του μαχητικού πέμπτης γενιάς F-35 Lightning II, τόσο για την τουρκική Αεροπορία όσο και για το Ναυτικό, ώστε να αποκτήσει υπόσταση ως ζωτική απειλή και το αεροπλανοφόρο Anadolu που έπεσε ήδη στο νερό και ξεκινούν οι δοκιμές εν όρμω… Είναι προφανές, ότι σε μια τέτοια περίπτωση, η Ελλάδα θα περιέλθει σε κατάσταση ομηρείας και στρατιωτικού εκβιασμού.  

Ωστόσο, θα πρέπει αν επισημανθεί, ότι οι εξελίξεις συνήθως κινούνται κάπου στη μέση. Η Τουρκία του Ερντογάν θα επιχειρήσει να ισορροπήσει ανάμεσα στη Δύση και τη Ρωσία, βρίσκοντας κάποιου είδους συμβιβασμό με τη Μόσχα στη Συρία. Παρά την επίθεση φιλίας από τις ΗΠΑ, ο Ερντογάν δύσκολα θα ξεπεράσει την καχυποψία του, ότι οι ΗΠΑ επιθυμούν την ανατροπή του.

Το ζήτημα της Συρίας είναι εξαιρετικά πολύπλοκο, ενώ πέραν των Ρώσων, σημαντική στρατιωτική παρουσία έχουν και οι Ιρανοί με δυνάμεις των Φρουρών της Επανάστασης και όχι μόνο, αλλά και δυνάμεις της σιιτικής Χεζμπολάχ του Λιβάνου. Άγνωστος “χ” θα είναι σε αυτή την περίπτωση η στάση των Ισραηλινών, καθώς δεν αποκλείεται να οδηγηθούν σε κάποιου είδους συνεννόηση με τη Μόσχα. Η πλήρης επικράτηση της Τουρκίας στη Βόρεια Συρία δεν είναι συμβατή με τα ισραηλινά συμφέροντα.

Η κατάσταση αυτή θα εξοργίσει και σουνιτικές χώρες όπως η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), οι οποίες σε αυτή την ιστορική συγκυρία θεωρούν την Τουρκία ως απειλή για τη δική τους εθνική και καθεστωτική ασφάλεια. Αυτό είναι και το κόστος που θα κληθεί να καταβάλει η Ουάσιγκτον για τον ακραιφνή φιλοτουρκισμό της. Παράλληλα, συνιστά σε έναν βαθμό και υπό προϋποθέσεις, διέξοδο για την Ελλάδα.

Στην ανακοίνωση του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάικ Πομπέο, εκεί αναφέρεται η καταδίκη “των συνεχιζόμενων, αδικαιολόγητων επιθέσεων στους κατοίκους της Ιντλίμπ από το καθεστώς Άσαντ, τη Ρωσία, το Ιράν και τη Χεζμπολάχ”. Υπονοεί ότι αφορμή της κλιμάκωσης ήταν τρεις επιθέσεις σε τουρκικά παρατηρητήρια, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους πολλοί Τούρκοι στρατιώτες.

Η ανακοίνωση επίσης αναφέρει ότι οι ΗΠΑ στηρίζουν τον ΝΑΤΟϊκό τους σύμμαχο, την Τουρκία, “βαφτίζοντας” πράξεις αυτοάμυνας όσα κάνουν οι τουρκικές δυνάμεις στην περιοχή. Κατηγορεί δε όλους πλην Τουρκίας για την αδυναμία επίτευξης συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός στην περιοχή.

Τέλος, οι ΗΠΑ δεσμεύονται να κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να μπλοκάρουν την εκ νέου ενσωμάτωση του καθεστώτος Άσαντ στη διεθνή κοινότητα, μέχρις ότου συμμορφωθεί με την Απόφαση 2254 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ…

*Ο Ζαχαρίας Μίχας είναι Διευθυντής Μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας (ΙΑΑΑ / ISDA)