Πλωτά γεωτρύπανα όμορφα καίγονται… δραστική αλλαγή στρατηγικής με την Τουρκία

Με τον συνήθη «στρατηγικά ψύχραιμο» τρόπο και την επίκληση στη διεθνή νομιμότητα αντέδρασε αρχικά η ελληνική κυβέρνηση στην αίτηση της κρατικής εταιρείας πετρελαίων ΤΡΑΟ προς το αρμόδιο υπουργείο της Τουρκίας για σεισμικές έρευνες σε ελληνική υφαλοκρηπίδα. Σε δεύτερη φάση είδαν το φως της δημοσιότητας και συγκρατημένες αναφορές κυβερνητικών αξιωματούχων (με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας αντιναύαρχο ε.α. Αλέξανδρο Διακόπουλο) για ανάληψη από την Ελλάδα στρατιωτικής δράσης, που όμως «θεωρείται ότι δεν θα χρειαστεί».

Σχόλιο του Ινστιτούτου Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας (ΙΑΑΑ / ISDA)

Αυτό φυσικά ελπίζουν όλοι οι εχέφρονες, αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να σχεδιάσουμε και για το χειρότερο (το οποίο πλέον είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού). Βέβαια όπως αποδείχθηκε και στο πρόσφατο παρελθόν, ως έννοια το Plan B στην Ελλάδα είναι κενή περιεχομένου και μόνο στο άκουσμα προκαλεί θυμηδία.

Πάντως και μετά τις τελευταίες εξελίξεις θα πρέπει να έχει γίνει σε άπαντες φανερό ότι δεκαετίες ελληνικής στρατηγικής αμηχανίας, προϊόν στρουθοκαμηλισμού, μας οδήγησαν στο σημείο που βρισκόμαστε σήμερα. Ένα βήμα πριν από κατακλυσμιαίες εξελίξεις.

«Όχι άλλο κάρβουνο (στρατηγική ψυχραιμία)»
Η παράφραση της εμβληματική φράσης, σήμα κατατεθέν της κινηματογραφικής δραματικής ταινίας «Ορατότης Μηδέν», την οποία αναφωνεί οργισμένος ο πρωταγωνιστής Νίκος Κούρκουλος («όχι άλλο κάρβουνο»), θεωρούμε ότι αποδίδει το αδιέξοδο της ελληνικής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της διαχρονικά κλιμακούμενης τουρκικής επίθεσης κατά της χώρας και των ζωτικών συμφερόντων της.

Τα τελευταία 50 χρόνια οι χειρισμοί της ελληνικής πλευράς δεν επέλυσαν το πρόβλημα «Τουρκία», απλώς απέφυγαν την εκδήλωση σύρραξης. Το αντίτιμο ήταν ελληνικές υποχωρήσεις, που αυτόνομα η κάθε μία τους μπορεί να ήταν μικρή ή επουσιώδης, αλλά αν κάποιος αξιολογήσει συνολικά το παρελθόν, θα διαπιστώσει ότι απλώς επρόκειτο για μικρά, συνεχή βήματα προς την… καταστροφή.

Ουσιαστικά πρόκειται για μία πορεία διαρκούς κατευνασμού που μετέθετε στο μέλλον το πρόβλημα, όχι για να κερδίσει χρόνο και να το αντιμετωπίσει από καλύτερη θέση, αλλά οικοδομώντας τη βολική πεποίθηση ότι το αντιμετωπίζουμε επιτυχώς.

Όπως τώρα αποδεικνύεται, απλώς εξέθρεψε και γιγάντωσε την τουρκική επιθετικότητα, η οποία σε συνδυασμό με το πλεονέκτημα επιλογής του τόπου και του χρόνου εκδήλωσης των αναθεωρητικών κινήσεων, το πλεονέκτημα της πρωτοβουλίας δηλαδή, οδήγησε την κατάσταση στο μη περεταίρω.

Ελπίδα της Τουρκίας είναι να πετύχει διά της αξιοποίησης του στρατιωτικού καταναγκασμού στην κατάλληλη χρονική συγκυρία, να κερδίσει τον πόλεμο χωρίς μάχη. Και επέλεξε την πιο δύσκολη δύσκολη συγκυρία για την Ελλάδα, με απολύτως δική μας ευθύνη ασφαλώς, ελέω συλλογικών ιδεοληψιών και στρουθοκαμηλισμού. Όπως στρώσαμε θα κοιμηθούμε…

Ο χάρτης αποτυπώνει το νεοοθωμανικό όραμα ανασύστασης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το πόσο θα υλοποιηθεί θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις της ελληνικής πλευράς, κυρίως πόσο σύντομα θα αντιληφθεί ότι οι βλέψεις των Τούρκων δεν περιορίζονται σε όσα έχουμε δει μέχρι σήμερα. πρόσφατα ο Ερντογάν δήλωσε σε ομιλία του ότι “τους περιμένουν” στη Μακεδονία…

 

«Casus belli έδωσες, casus belli θα λάβεις» [κατά το “Μάχαιραν ἔδωκας, μάχαιραν θά λάβεις” (Ματθ. 5,3)]
Στις 8 Ιουνίου 1995 η Τουρκική Εθνοσυνέλευση εξουσιοδότησε με ψήφισμά της την τουρκική κυβέρνηση, εν λευκώ και στο διηνεκές, να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών (κήρυξη πολέμου – casus belli), στην περίπτωση που η Ελλάδα επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της πέραν των 6 ναυτικών μιλίων.

Θεωρούμε ότι όπως έχει πλέον διαμορφωθεί η κατάσταση επιβάλλεται η υιοθέτηση από τη χώρα μας μίας νέας στρατηγικής, που ως κεντρικό πυρήνα της, ένα αντίστοιχο ελληνικό casus belli. Ενδεχομένως δε, παράλληλα με μια κίνηση απαξίωσης του τουρκικού.

Ξεκινώντας από το δεύτερο, θεωρούμε ότι στο πλαίσιο της στρατηγικής που περιγράφεται, ως πρώτο μήνυμα στην τουρκική πλευρά για την ελληνική ετοιμότητα να βαδίσει μαζί με την τουρκική τη σκάλα της κλιμάκωσης (escalation ladder), η χώρα θα έπρεπε να προχωρήσει άμεσα στην άσκηση του δικαιώματος επέκτασης των χωρικών της υδάτων.

Ιδανική επέκταση τα 10 ναυτικά μίλια, αφενός διότι το τουρκικό casus belli κάνει λόγο για επέκταση στα 12 ναυτικά μίλια και αφετέρου διότι τέτοια επέκταση θα συνεπαγόταν αυτομάτως τη λήξη της πολυετούς ελληνικής ιδιαιτερότητας, με διαφορά στο εύρος των χωρικών υδάτων και του εθνικού εναέριου χώρου.

Η ελληνική κίνηση θα πρέπει να αιτιολογηθεί ως ακολούθως: Η παρόξυνση του αναθεωρητισμού της Τουρκίας θα απαντηθεί με αντίμετρα από την πλευρά της Ελλάδας, τα οποία όμως θα εξακολουθούν να κρατούν τη χώρα εντός των ορίων της διεθνούς νομιμότητας. Το δικαίωμα δεν είχε ασκηθεί τόσα χρόνια προς χάριν της ειρήνης και της ηρεμίας στην περιοχή, χωρίς βέβαια η Ελλάδα να παραιτηθεί από αυτό.

Στην πράξη αποδείχθηκε ότι η ελληνική χειρονομία δεν εκτιμήθηκε ως φιλειρηνική πολιτική από την Τουρκία. Αντιθέτως θεωρήθηκε αδυναμία και οδήγησε στο σημείο παραλογισμών, όπως για παράδειγμα ότι τα νησιά δεν δικαιούνται θαλασσίων ζωνών πέραν των χωρικών υδάτων, περιορισμένων στα 6 ναυτικά μίλια.

Εφόσον δε η Τουρκία θέτει τέτοια ζητήματα και εκ των υστέρων ζητά διαπραγματεύσεις, η Ελλάδα πρέπει να είναι έχει εξαντλήσει τα δικαιώματα που δίδονται από το διεθνές δίκαιο, προτού -κι εάν- ξεκινήσει οποιαδήποτε διαδικασία που θα στοχεύει σε μια διευθέτηση. Θα απαντήσει στον παράνομο τουρκικό μαξιμαλισμό, με ελληνικό μαξιμαλισμό, ο οποίος όμως αυστηρά θα κινείται εντός των πλαισίων του διεθνούς δικαίου.

Ακόμα κι αν η Τουρκία δεχόταν την υπαγωγή των διαφωνιών σε διεθνή δικαιοδοτικό μηχανισμό, η Ελλάδα δεν πρέπει να αυτοχειριαστεί αποδεχόμενη την παραίτηση από το δικαίωμα των 12 ναυτικών μιλίων, στα οποία θα προστεθεί ο υπολογισμός της ΑΟΖ ενός εκάστου.

Στο θέμα του casus belli (αιτία πολέμου) που έχει απευθυνθεί στην Ελλάδα από την Τουρκία, η Ελληνική Δημοκρατία θα πρέπει να δηλώσει ρητά ότι θα θεωρήσει κι αυτή ως αιτία πολέμου τη διενέργεια σεισμικών ερευνών και γεωτρήσεων σε θαλάσσιες περιοχές που ανήκουν στην ελληνική υφαλοκρηπίδα – ΑΟΖ (αποκλειστική οικονομική ζώνη).

Παράλληλα,να διακηρυχθεί ότι ΑΝΕΥ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ, ΣΕ ΧΡΟΝΟ ΚΑΙ ΤΟΠΟ ΠΟΥ ΘΑ ΕΠΙΛΕΞΕΙ, ΘΑ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕΙ ΤΑ ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΓΕΩΤΡΥΠΑΝΑ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΣΚΑΦΗ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΟΔΑ ΤΟΥΣ.

Με απλά λόγια αν η Τουρκία προβεί σε σεισμικές έρευνες και γεωτρήσεις άμεσα θα καταβάλλει και το ανάλογο τίμημα («πλωτά γεωτρύπανα, όμορφα καίγονται»). Η Ελλάδα μπορεί εν μέρει, ακόμα και να αντιγράψει την τουρκική ρητορική.

Η απειλή θα γίνει πράξη εάν δεν έχει προηγηθεί οριοθέτηση μεταξύ όλων των εμπλεκομένων χωρών, με διαδικασία συμβατή με όσα προβλέπει το διεθνές δίκαιο. Άλλο ανακήρυξη και άλλο οριοθέτηση. Η ανακήρυξη δε συνεπάγεται αυτόματη κατοχύρωση κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Εν ολίγοις, είναι δικαίωμα των Τούρκων το “τουρκολιβυκό” Μνημόνιο, το οποίο δικαιούται να διακηρύττει την πεποίθηση των δυο χωρών ότι… ο γάιδαρος πετάει. Όταν έχει υπογραφτεί με τον αχυράνθρωπο των Τούρκων στη Λιβύη όλα είναι πιθανά. Είναι δικαίωμα οποιουδήποτε να το πιστεύει, δε σημαίνει όμως ότι ισχύει κιόλας.

Το διεθνές δίκαιο προβλέπει ξεκάθαρα ότι οι δυο όροι, ανακήρυξη και οριοθέτηση, είναι δυο εντελώς διαφορετικά πράγματα, καθώς επίσης και τους τρόπους μετάβασης από την ανακήρυξη στην οριοθέτηση. Μεταξύ των αποδεκτών ειρηνικών μεθόδων υπάρχουν ασφαλώς και οι διμερείς συνομιλίες και διαπραγματεύσεις.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτές έχουν ναρκοθετηθεί εκ προοιμίου, καθώς όταν δηλώνεται από τουρκικής πλευράς ότι τα νησιά δεν δικαιούνται θαλασσίων ζωνών πέραν των χωρικών υδάτων, για να υπάρξει οποιαδήποτε συζήτηση, κάποιος θα πρέπει να αποφανθεί επί του συγκεκριμένου. Το διεθνές δίκαιο και η διεθνής πρακτική προσφέρει λύσεις για όλα αυτά.

Η ελληνική δήλωση θα καταστήσει αφενός σαφές σε φίλους και συμμάχους (εντός και εκτός εισαγωγικών), ουδέτερους και εχθρούς ότι επίκειται ανάφλεξη που φυσικά θα επηρεάσει την ευρύτερη περιοχή, άρα και τα συμφέροντα των προαναφερθέντων. Αφετέρου, θα πείσει και τους πιο δύσπιστους με πολύ πιο σαφείς δημόσιες διακηρύξεις-δηλώσεις της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, ότι η χώρα έχει αποφασίσει οριστικά να διαβεί τον Ρουβίκωνα αν συνεχιστεί η προσβολή των νόμιμων δικαιωμάτων της.

Ταυτόχρονα, θα αποδώσει υπόσταση και θα αυξήσει στο μέγιστο δυνατό επίπεδο το ρίσκο της Τουρκίας, η οποία τα τελευταία 50 χρόνια σχεδιάζει και πορεύεται έχοντας ως δεδομένο ότι η χώρα μας θέλει να αποφύγει πάση θυσία την κατά πρόσωπο αναμέτρηση. Συνεπώς, επικαλούμενη σαφώς ή υπονοώντας τη χρήση στρατιωτικής βίας, προωθεί διαχρονικά και συστηματικά τους σχεδιασμούς της σχεδόν ανέξοδα μέχρι σήμερα.

«Θαρσείν χρη» [1]
Η στρατηγική που πολύ αδρά περιγράφηκε ανωτέρω είναι αυτονόητο ότι εμπεριέχει κινδύνους και άμεσα / έμμεσα κόστη, οικονομικά και κοινωνικά. Ποιος είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος;

>Να αποτύχουμε να υποστηρίξουμε τη διακήρυξη μας στην πράξη, είτε λόγω διαφωνιών στο εσωτερικό είτε «πειθόμενοι», άλλη μία φορά να αρκεστούμε στην παρασκηνιακή παρέμβαση του «ξένου παράγοντα».

Σε αυτό το σημείο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες, και για αυτό τις παραθέτουμε, οι δηλώσεις που αποδόθηκαν στον υφυπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, αρμόδιο για θέματα Ενέργειας Φράνσις Φάνον κατά τη διαδικτυακή συζήτηση με θέμα «O East Med, η τριμερής συνεργασία (Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ) και ο ρόλος της στην περιφερειακή ενεργειακή ασφάλεια και οικονομική συνεργασία την εποχή του COVID-19 και εφεξής» που διοργάνωσε το Ελληνο-Αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο.

Απαντώντας σε ερώτηση για τις τελευταίες τουρκικές προκλητικές ενέργειες, ο Φάνον είπε (η έμφαση έχει προστεθεί): «Δεν σχολιάζουμε τα θαλάσσια σύνορα των χωρών αλλά ένα μνημόνιο δεν μπορεί να επηρεάσει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τρίτων χωρών όπως η Ελλάδα. Το διεθνές δίκαιο της θάλασσας αναγνωρίζει ότι τα νησιά έχουν ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα όπως κάθε άλλη περιοχή. Δεν σχολιάζουμε μελλοντικές ενέργειες που μπορεί να συμβούν ή όχι, ενθαρρύνουμε τα κράτη να σταματήσουν προκλητικές ενέργειες, συμπεριφορές και δηλώσεις. Η Τουρκία, κατέληξε, είναι σημαντική χώρα και θέλουμε να παραμείνει σε προσανατολισμό προς τη Δύση».

>Να αποτύχουμε να υποστηρίξουμε τη διακήρυξη μας στην πράξη λόγω ελλιπούς προετοιμασίας. Είναι εύκολα αντιληπτό ότι απαιτείται η κατάλληλη προετοιμασία, στο συντομότερο δυνατό χρόνο, τόσο των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων όσο και της κοινωνίας γενικότερα.

Δέκα χρόνια μετά την εκδήλωση μίας οξείας οικονομικής κρίσης, η οποία σαφώς επηρέασε αρνητικά τον συσχετισμό ισχύος με την Τουρκία, και ενώ η χώρα βρίσκεται στη διαδικασία επούλωσης των οικονομικών και κοινωνικών πληγών, υποχρεώνεται να αντιμετωπίσει και σοβαρότατες απειλές ασφαλείας.

Οι δοκιμασμένες «συνταγές» απέτυχαν και μάλιστα συνέτειναν στη μεγιστοποίηση τους. Ήρθε η ώρα για μία θαρραλέα αλλαγή στη στρατηγική μας και «…ίσως αύριο να είναι καλύτερα» (βεβαιότητα δεν υπάρχει), κάτι το οποίο περνά ασφαλώς και από το χέρι μας.

[1]. Το ρητό που αναγράφεται στο έμβλημα των Δυνάμεων Πεζοναυτών του Ελληνικού Στρατού, αποτελεί τμήμα της φράσης “Θαρσείν χρή ταχ’ αύριον έσετ΄ άμεινον” (“πρέπει να έχετε θάρρος ίσως αύριο να είναι καλύτερα”). Τη φράση αυτή είπε η θεά Αθηνά, δια του στόματος του πολυμήχανου Οδυσσέα, στους Έλληνες που πολιορκούσαν την Τροία, όταν αυτοί ήταν έτοιμοι να εγκαταλείψουν την προσπάθειά τους, με αποτέλεσμα να εμψυχωθούν και να την καταλάβουν με την καταδρομική επιχείρηση «ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ».